Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας



Gabriel Garcia Marquez
Εκδόσεις: Α. Α. Λιβάνη
Σελίδες: 479
Τίτλος πρωτοτύπου: El amor en los tiempos del colera
Μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου



Περνώντας τα σύνορα του Περού έφτασα στην γειτονική του Κολομβία, για να συναντήσω τον, μεγάλο νομπελίστα από το 1982, Gabriel Garcia Marquez. Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, ένα από τα πολύ σημαντικά βιβλία που έγραψε ο συγγραφέας το 1985, περίπου τρία χρόνια μετά την απονομή του μεγάλου λογοτεχνικού βραβείου, και έχει συγκινήσει τόσο και τόσο κόσμο. Και νομίζω όχι άδικα.

Η πλοκή τοποθετείται στα τέλη του 19ου αιώνα ως και τις αρχές του 20ου. Τόπος που διαδραματίζεται μια χώρα της Καραϊβικής που δεν κατονομάζεται και μια επίσης ανώνυμη παραλιακή πόλη. Ο Φλορεντίνο Αρίσα είναι ένας νέος από φτωχή μάλλον οικογένεια και ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια νεότερη του έφηβη, την πανέμορφη Φερμίνα Δάσα. Ο έρωτας τους είναι πλατωνικός και συμβαίνει με τη μορφή αλληλογραφίας ανάμεσα στους δυο νέους. Λίγο αργότερα συμφωνούν να παντρευτούν αφού η κοπέλα επιστρέψει από την επαρχία όπου θα ταξιδέψει μαζί με τον πατέρα της για να επισκεφθεί κάποιους συγγενείς. Η επιστροφή της όμως την βρίσκει αλλαγμένη καθώς έχει αλλάξει ξαφνικά γνώμη και θεωρεί πως ο επικείμενος γάμος ήταν μια λάθος απόφαση και τον ακυρώνει. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά μετά από λίγο καιρό βλέπει την αγαπημένη του να παντρεύεται κάποιον άλλο άντρα, ένα διακεκριμένο γιατρό της πόλης τους. Νιώθει βαθιά απογοητευμένος και τον κυριεύει η μελαγχολία. Η μητέρα του προσπαθεί να τον συνεφέρει μιας και είναι καθημερινή αυτόπτης μάρτυρας του βασάνου που περνάει ο γιος της. Τα χρόνια περνούν, η ζωή προχωράει, ο Φλορεντίνο γνωρίζει άλλες γυναίκες κατά τη διάρκεια των ετών, αλλά καμιά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την γυναίκα των ονείρων του, η οποία έχει πλέον τη δική της οικογένεια και έναν σχετικά ευτυχισμένο γάμο. Ο ίδιος όσο και να βρίσκει εφήμερη ευτυχία στις προσωρινές σχέσεις που αναπτύσσει, όσο και η επαγγελματική του καθιέρωση να κάνει άλματα προόδου, όσο και τα χρόνια να περνούν, το μυαλό του είναι διαρκώς κολλημένο σ' αυτήν. Και περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία και επιμένει, μέχρι να λυτρωθεί..
Το βιβλίο είναι ένας πραγματικός ύμνος στον έρωτα και ο Marquez αποδεικνύει ότι είναι ένας σπουδαίος αφηγητής. Δημιουργεί ένα άκρως λυρικό μυθιστόρημα με τεράστιες δόσεις ρομαντισμού χωρίς να το κάνει όμως ιδιαίτερα μελοδραματικό. Έχοντας κεντρικό θέμα ένα πολύ μεγάλο έρωτα φέρνει στο προσκήνιο, όπως πολύ συχνά γίνεται από διάφορους συγγραφείς με παρόμοιο αντικείμενο στα έργα τους, το πως μια τόσο μεγάλη αγάπη μετατρέπεται σε εμμονή, μέχρι που φτάνει στα όρια της "αρρώστιας". Είναι όμως τόσο ανθρώπινα, γήινα και ρεαλιστικά τα γεγονότα που περιγράφει, που δε μπορούν να σε αφήσουν ασυγκίνητο μπροστά στο μεγαλείο των συναισθημάτων που συνθέτει στις σελίδες του. Ένα επίσης πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως δεν καταπιάνεται μόνο με τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά εξετάζει τις μορφές που παίρνει ο έρωτας από διαφορετικά πρίσματα κάθε φορά. Έτσι παρακολουθούμε την ρομαντική του πλευρά, τη συζυγική, την εφήμερη, τον παράνομο αλλά και τον πληρωμένο έρωτα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Και εκτός των άλλων η όλη ιστορία έρχεται να σταθεί σαν μια διαφορετική μορφή αγάπης σε σχέση με τον σύγχρονο-μοντέρνο έρωτα των ημερών μας δείχνοντας μας την αγνή, πιο ταπεινή και όμορφη οδό στις σχέσεις που αναπτύσσουμε. Ακόμα, εξαιρετικά νομίζω πως θίγεται η πορεία του ανθρώπου στη ζωή και πως τα χρόνια επιδρούν πάνω στο σώμα αλλά και στο πνεύμα. Συναισθηματικό και πανέμορφο βιβλίο.

Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο;



Mario Vargas Llosa
Εκδόσεις: Εξάντας
Σελίδες: 175
Τίτλος πρωτοτύπου: Quien mato a Palomino Molero?
Μετάφραση: Τασία Παναγοπούλου



Διασχίζοντας την στενή λωρίδα της γης που ονομάζεται Χιλή προς το βορά, συναντάμε το Περού. Εκεί όπου δεσπόζει η μορφή αυτού του σπουδαίου και ενός από τους πλέον αγαπημένους μου συγγραφείς, με όνομα Mario Vargas Llosa. Αυτή τη φορά επέλεξα να ασχοληθώ με κάτι το όχι τόσο δημοφιλές στο κοινό από τα έργα του, με αυτό το μικρό σχετικά βιβλιαράκι των 175 σελίδων. Και για πέμπτη συνεχή φορά ο συγγραφέας δε με άφησε απογοητευμένο.

Στα του βιβλίου. Βρισκόμαστε στο νότιο Περού, μέσα της δεκαετίας του '50. Ένας νεαρός, νεοσύλλεκτος σμηνίτης της πολεμικής αεροπορίας βρίσκεται δολοφονημένος και άγρια βασανισμένος στην έρημο και ο πιτσιρικάς που ανακαλύπτει το πτώμα του σπεύδει να ειδοποιήσει τις αρχές της περιοχής. Ο χωροφύλακας Λιτούμα μένει άναυδος μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα που αντικρίζει και αναρωτιέται πως μπορεί κάποιος να διέπραξε κάτι τόσο φρικτό. Μαζί με τον προϋστάμενό του, τον υπομοίραρχο Σίλβα, αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν το απεχθές έγκλημα. Έτσι ρίχνονται στην αναζήτηση του δολοφόνου του Παλομίνο Μολέρο. Όσο οι μέρες περνούν η πίεση από την τοπική κοινωνία για απόδοση της δικαιοσύνης είναι μεγάλη καθώς όλοι φαίνεται να πιστεύουν πως η μη ανεύρεση του ενόχου συμβαίνει ακριβώς επειδή έγινε από "μεγάλα κεφάλια" τα οποία δεν μπορεί να αγγίξει ο νόμος. Σκόρπια στοιχεία τους οδηγούν στο συμπέρασμα πως η λύση του μυστηρίου ξεκινά από την βάση στην οποία υπηρετούσε ο νεαρός σμηνίτης και σιγά σιγά οδηγούνται προς συμπεράσματα για την υπόθεση και σε  αποκαλύψεις που είναι τραγικές. Κατά την διάρκεια των ημερών αυτών παρακολουθούμε και τον έρωτα του Σίλβα για μια παντρεμένη γυναίκα.

Να και άλλη μια πλευρά του Llosa που δεν είχα συναντήσει ως τώρα. Σ' αυτό το βιβλίο λοιπόν ο συγγραφέας καταπιάνεται με μια ιστορία μυστηρίου με αστυνομικό περιεχόμενο. Αν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος είναι η ασταμάτητη δράση, οι άλυτοι γρίφοι, οι σπαζοκεφαλιές και οι συνεχείς ανατροπές, να ξέρετε ότι εδώ δε θα τα βρείτε. Η υπόθεση είναι απλή και σύντομα καταλαβαίνει κανείς τι πρόκειται να συμβεί και ποια περίπου θα είναι η καταλήξη της ιστορίας. Βέβαια υπάρχει και το στοιχείο που δεν περιμένεις. Αυτό όμως που μπορεί να βρει κάποιος σε αυτό το βιβλίο είναι: Μια γοητευτική πλοκή, μια γλώσσα που είναι πανέμορφη και λιτή, μια άψογη αναπαράσταση της τοπικής κοινωνίας. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του βιβλίου είναι καταπληκτικά δημιουργημένοι, με αντιθέσεις που συνθέτουν απίθανους διαλόγους. Εξάλλου σχεδόν όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με μορφή διαλόγου που δεν κουράζει ούτε στιγμή. Η απουσία περιγραφών περνάει απαρατήρητη. Έντονο το στίγμα του συγγραφέα να σχολιάσει επικριτικά την δομή του Περουβιανού στρατού αλλά και της πολιτικής λειτουργίας γενικότερα αναδεικνύοντας την διαφθορά που κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα όπου η εντιμότητα και η εργατικότητα δεν είναι στοιχεία που ανταμείβονται αλλά αντίθετα πολλές φορές σε καθιστούν ανίσχυρο. Τέλος, το χιουμοριστικό στοιχείο στην υπόθεση έρωτας είναι εμφανές και πετυχημένο. Το διάβασα σε μια καθισιά χωρίς να σηκώσω καθόλου κεφάλι παρά μόνο για ένα τσιγάρο. Είναι πανεύκολο, σύντομο και απολαυστικό. Αυτός ο συγγραφέας, μου φαίνεται πως ότι γράφει είναι πολύ καλό. Διαφορετικά, μάλλον έχω πάθει ψύχωση με τα βιβλία του. Νομίζω όμως πως συμβαίνει το πρώτο από τα δύο. Άλλο ένα πολύ όμορφο βιβλίο λοιπόν.

Οι άγριοι ντετέκτιβ



Roberto Bolano
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Σελίδες: 720
Τίτλος πρωτοτύπου: Los detectives salvajes
Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου




Συνεχίζοντας το λογοτεχνικό μου ταξίδι στην Λατινική Αμερική, πέρασα από την Αργεντινή στην γειτονική της Χιλή. Έφτασε λοιπόν η ώρα να γνωρίσω το παγκόσμιο συγγραφικό φαινόμενο και πρόωρα χαμένο, από το 2003 συγγραφέα, που ακούει στο όνομα Roberto Bolano. Δεν έχω αποκτήσει ακόμα το πολυσυζητημένο 2666, αλλά εδώ καιρό είχα στη βιβλιοθήκη τους "Άγριους ντετέκτιβ" που με περίμεναν να τους διαβάσω.


Το βιβλίο χωρίζεται σε 3 μέρη. Στο πρώτο μέρος η πλοκή τοποθετείται στην πόλη του Μεξικού. Νοέμβριος 1975. Ο Χουάν Γκαρσία Μαδέρο είναι ένας δεκαεφτάχρονος νέος και αφηγητής της ιστορίας. Ζει με τους συγγενείς του και σπουδάζει νομική αλλά ο πόθος του είναι να γίνει ποιητής. Παρακολουθεί λοιπόν κάποια μαθήματα λογοτεχνίας και σε ένα από αυτά γνωρίζει δύο πολύ ιδιαίτερα άτομα. Τον Χιλιανό Αρτούρο Μπελάνο και τον Μεξικανό Ουλίσες Λίμα, ποιητές και οι δύο, που ηγούνται ενός νέου λογοτεχνικού κινήματος που αποκαλείται ενστικτορεαλισμός. Ο νεαρός εισχωρεί στην ομάδα τους και έρχεται σε επαφή με το φρέσκο λογοτεχνικό αίμα της εποχής του γνωρίζοντας δεκάδες νέους καλλιτέχνες αλλά και όχι μόνο, και μαζί με αυτούς ζει το ξέφρενο καλλιτεχνικό πνεύμα έχοντας πρωτόγνωρες για αυτόν εμπειρίες. Η ζωή του αλλάζει ριζικά και νιώθει ευτυχισμένος. Το τέλος του πρώτου αυτού μέρους τον βρίσκει να διαφεύγει κυνηγημένος, μαζί τους δύο ηγέτες του κινήματος και μια νεαρή πόρνη, με ένα αυτοκίνητο στα βόρεια του Μεξικού, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1976.


Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτει χρονολογικά την περίοδο από την αρχή του '76 ως το '96. Εδώ αφηγητής δεν είναι ο νεαρός του πρώτου μέρους αλλά δεκάδες διαφορετικά πρόσωπα που αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής στο βιβλίο αλλά και όχι μόνο. Μέσα από τις αφηγήσεις τους μαθαίνουμε την πορεία, στο πέρασμα του χρόνου, του κινήματος του ενστικτορεαλισμού αλλά και την τύχη των δύο κεντρικών ηρώων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι πάμπολλες διαφορετικές αφηγήσεις μας δίνουν μέσα από διαφορετικό κάθε φορά πρίσμα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μέσα στα 20 αυτά χρόνια και μας ταξιδεύουν αρκετά. Μεξικό, Ισπανία, Γαλλία, Ισραήλ, Αγκόλα, Λιβερία, χώρες μέσα στις οποίες κινήθηκαν οι δυο ήρωες του βιβλίου, αλλά και πολλά άλλα πρόσωπα που έχουν εμπλοκή στην όλη ιστορία.Το τελευταίο και μικρότερο μέρος, χρονολογικά επανέρχεται ουσιαστικά στο τέλος του πρώτου μέρους συνεχίζοντας την πλοκή που διαδραματίζεται στα βόρεια του Μεξικού και καλύπτει την περίοδο από την Πρωτοχρονιά μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του '76, όπου η ομάδα των τεσσάρων ατόμων βρίσκεται στα ίχνη μιας γυναικείας φιγούρας, της ποιήτριας Σεσάρεα Τιναχέρο ιδρυτή του ενστικτορεαλισμού, κάτι που έγινε τη δεκαετία του '20 αλλά σύντομα εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή, ο νταβατζής της νεαρής πόρνης που είναι μαζί τους, τους καταδιώκει για να την πάρει πίσω..

Εντελώς λάτιν και άκρως βιβλιοφιλικός ο χαρακτήρας του βιβλίου. Δεκάδες ονόματα λογοτεχνών, ποιητών, καλλιτεχνών και έργων παρελαύνουν στις σελίδες του. Ψυχή του βιβλίου το Μεξικό και ο συγγραφέας μας βάζει για τα καλά στο κλίμα της εποχής δίνοντας ένα μποέμικο φόντο και μια πολύ έντονη ζωή. Πάθη, έρωτες, σεξ, ποτό, ναρκωτικά, βία και αναζήτηση μυστικών. Υπερβολικά πυκνογραμμένο και θα έλεγα απαιτητικό και όχι ιδιαίτερο εύκολο. Το πρώτο μέρος είναι απολαυστικότατο και αυτό που λέμε page turner. Στο δεύτερο μέρος ο Bolano διαλέγει τον δύσκολο δρόμο. Παρόλο που μας δίνει τα γεγονότα σε μια χρονολογική σειρά το κάνει πολύπλοκο με δεκάδες διαφορετικούς αφηγητές. Οι ιστορίες τους είναι σαν μικρά διηγήματα, άλλοτε μου ήταν πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες άλλες φορές μου φάνηκαν βαρετές. Ίσως να φταίει ότι ήταν πάρα πολλές στον αριθμό. Θέλει νομίζω αρκετή υπομονή καθώς κάπου χάνεσαι και δεν ξέρεις που το πάει ο συγγραφέας. Το τρίτο και τελευταίο μέρος είναι στο ύφος του πρώτου. Ξαναγίνεται εύκολο στην ανάγνωση και ουσιαστικά είναι πανέξυπνο αφού σου δίνει να καταλάβεις πολλά πράγματα για τα οποία αναρωτιόσουν νωρίτερα. Σίγουρα αποζημιώνει κάποιον που ίσως κουράστηκε κάπως μέχρι τότε το βιβλίο και προσωπικά το βρήκα πάρα πολύ ευφυές. Αυτό που θα έλεγα σε κάποιον που θα 'θελε να την γνώμη μου θα ήταν, φυσικά και να το διαβάσει, να έχει εκτός του μυαλού του την όλη φήμη που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομα του συγγραφέα, να είναι υπομονετικός και γενικά να κρατήσει μικρό καλάθι ώστε να μην απογοητευθεί αν δυσκολευτεί με το στυλ του. Αριστούργημα εγώ δεν θα το έλεγα, εντούτοις χάρηκα πολύ που το διάβασα, μου άρεσε πολύ στο μεγαλύτερο μέρος του και ναι, θα ξαναδιάβαζα Bolano ευχαρίστως.

Το τούνελ



Ernesto Sabato
Εκδόσεις: Αστάρτη
Σελίδες: 173
Τίτλος πρωτοτύπου: El tunel
Μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου




Περνώντας τα λογοτεχνικά αλλά και κυριολεκτικά σύνορα της Ουρουγουάης αφού πριν διάβασα το "Ναυπηγείο" του Onneti, έφτασα στην Αργεντινή και έκανα μια στάση στο Μπουένος Άιρες για να γνωρίσω τον συγγραφέα του "Τούνελ", Ernesto Sabato. Η συμπάθεια μου προς την λατινοαμερικανική λογοτεχνία όσο πάει και μεγαλώνει και τελευταία ίσως να έχει πάρει την μορφή μανίας καθώς έχω αποκτήσει αρκετά βιβλία από τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη μας. Το καλό βέβαια είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ταιριάζει στα αναγνωστικά γούστα μου και ικανοποιεί τις προσδοκίες μου.

Βρισκόμαστε στο Μπουένος Άιρες. Ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ είναι ένας 38χρονος καλλιτέχνης και συγκεκριμένα ζωγράφος. Σε μια έκθεση ζωγραφικής που παρουσιάζονται κάποια έργα του παρατηρεί μια νεαρή γυναίκα την Μαρία Ιριμπάρνε να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή έναν πίνακα του.  Οι κριτικοί της εποχής του προσδίδουν εγκωμιαστικά σχόλια, παρόλα αυτά ο ίδιος δεν φαίνεται να συγκινείται αφού πιστεύει πως δεν αγγίζουν την ψυχή του ίδιου αλλά και του έργου του. Τώρα όμως νιώθει πως αυτή η γυναίκα καταλαβαίνει και κατανοεί πραγματικά το έργο του όσο κανένας άλλος και είναι εκστασιασμένος. Η γκαλερί φτάνει στο τέλος της αλλά ο ζωγράφος δεν κατορθώνει να έρθει σε επαφή με την γυναίκα αυτή και χάνει τα ίχνη της. Τον επόμενο καιρό νιώθει μια τρομερή απογοήτευση και μελαγχολία για το γεγονός αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να συναντήσει την θαυμάστρια του πίνακα του, κάτι που με τον καιρό του γίνεται ένα είδος εμμονής. Όταν μετά από καιρό το καταφέρνει νιώθει μια αγαλλίαση, σαν να ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Η επαφή και η σχέση που αναπτύσσουν είναι πολύ ιδιαίτερη με καλές και κακές στιγμές. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Μαρίας, η σκοτεινή (γι' αυτόν) πλευρά της ζωής της που ανακαλύπτει σιγά σιγά, ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίζει τη σχέση τους και η συμπεριφορά της τον τρελαίνει. Αναπάντητα ερωτηματικά και αμφιβολίες του δημιουργούν την ανάγκη να κάνει ατελείωτες υποθέσεις που έχουν κωμικοτραγικό χαρακτήρα. Και όσο όλα αυτά βασανίζουν το μυαλό του σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, το τέλος δεν μπορεί να μην είναι τραγικό, όταν συνειδητοποιεί πως το τούνελ μέσα στο οποίο κινείται η ζωή του και αυτό που κινείται το αντικείμενο του πόθου του, είναι παράλληλα χωρίς να τέμνονται σε κανένα σημείο.

Ο Sabato καταπιάνεται με ένα πολύ αγαπημένο μου θέμα στο βιβλίο αυτό. Με τα ανθρώπινα πάθη, τις εμμονές και τον τρόπο που μερικές φορές καταλήγουν όλα αυτά να αποκτούν παρανοϊκή φύση. Ένα έργο με υπαρξιακό χαρακτήρα, θέμα που έχει τροφοδοτήσει τόσα πολλά βιβλία γενικότερα αλλά είναι πάντα επίκαιρο και προσωπικά μου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Όπως ακριβώς και στο "Γέλιο στο σκοτάδι" που είχα διαβάσει πριν από λίγο καιρό έτσι και εδώ η αρχή του βιβλίου σου δίνει ουσιαστικά την κατάληξη της όλης ιστορίας. Παρομοίως και εδώ το ενδιαφέρον δεν χάνεται ούτε στιγμή. Και ενώ ο Nabokov στο βιβλίο του χρησιμοποιεί μια πιο "γλυκιά" αφήγηση, στην προκειμένη περίπτωση ο Sabato έχει διαφορετικό στυλ. Η αφήγηση είναι ξερή και αναδύει τρομερή ένταση και επιθετικότητα. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται καθόλου να στήσει μια ιστορία με πλοκή. Η όλη πλοκή είναι μέσα στο μυαλό του αφηγητή που τυχαίνει να είναι ο ίδιος ο ήρωας και επικεντρώνεται στις ψυχοφθόρες ψυχολογικές μεταπτώσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα στο μυαλό του. Τα παιχνίδια του μυαλού είναι κυριολεκτικά ασταμάτητα και μας τα περνάει με έναν φοβερά επιτυχημένο τρόπο. Συμπερασματικά νομίζω πως πρόκειται για ένα πολύ δυνατό βιβλίο με φοβερά έντονο ύφος. Εφόσον η απουσία δράσης δεν είναι γεγονός που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για να ευχαριστηθεί κάποιος ένα ανάγνωσμα, σίγουρα αξίζει την προσπάθεια.

Το ναυπηγείο



Juan Carlos Onetti
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Σελίδες: 231
Τίτλος πρωτοτύπου: El astillero
Μετάφραση: Αγγελική Αλεξοπούλου




Γραμμένο το 1961, το ναυπηγείο του Ουρουγουανού Onetti θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας έχει επίσης τιμηθεί και με το πολύ σημαντικό βραβείο Cervantes, τον πιο τιμητικό τίτλο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Έψαχνα καιρό το συγκεκριμένο βιβλίο καθώς είναι παλιά σχετικά έκδοση και δεν βρίσκεται εύκολα και ευτύχισα να το βρω, αυτό και κάποια άλλα που αναζητούσα αγωνιωδώς και είχα πιστέψει πως μου ήταν αδύνατον να τα αποκτήσω, σε ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης. Φοβερό το συναίσθημα που σε κυριεύει όταν καταφέρεις κάτι για το οποίο είχες χάσει τις ελπίδες σου γενικότερα αλλά και ειδικότερα.


Η πλοκή του βιβλίου τοποθετείται στην Σάντα Μαρία, μια φανταστική πόλη επινοημένη από τον συγγραφέα. Ο Λάρσεν είναι ένας άνδρας άνω της μέσης ηλικίας που επιστρέφει σε αυτήν την πόλη μετά από μια μακροχρόνια απουσία, ένα είδος εξορίας λόγω του πρότερου βίου του, ο οποίος όπως μας δίνεται να καταλάβουμε στην πορεία πρέπει να ήταν κάπως ανήθικος. Αφού περιπλανιέται για λίγο στον παλιό τόπο διαμονής του, επιβιβάζεται σε ένα καραβάκι και κατεβαίνει λίγες ώρες πιο μακριά σε μια περιοχή που λέγεται το λιμάνι του ναυπηγείου. Εκεί δεσπόζει ένα παλιό ναυπηγείο ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο ουσιαστικά αφού είναι υπό καθεστώς πτώχευσης αλλά που παρόλα αυτά συνεχίζει να απασχολεί δύο εργαζόμενους. Ο Λάρσεν γνωρίζεται με τον ιδιοκτήτη του ναυπηγείου, τον Χερεμίας Πέτρους, ο οποίος αφού του αναλύει την κατάσταση της επιχείρησης του και του δίνει υποσχέσεις για αλλαγή της τροπής των πραγμάτων, του προσφέρει τη θέση του γενικού διευθυντή. Η προσφορά γίνεται αποδεκτή και ο ήρωας του βιβλίου γνωρίζει και τα δύο υπόλοιπα στελέχη της επιχείρησης, χαρακτήρες παράξενοι και με ιδιαιτερότητες. Σύντομα όμως ανακαλύπτει πως η κατάσταση του ναυπηγείου είναι μη αναστρέψιμη, η άρση της χρεοκοπίας φαντάζει απίθανη και οι μισθοί του δεν θα πληρωθούν ποτέ. Μη έχοντας όμως πραγματικά τίποτα άλλο στη ζωή του να κάνει παραμένει και παίζει αυτόν το ρόλο του διευθυντή μόνο και μόνο για να πιστέψει ότι με κάτι ασχολείται. Μέχρι που η πραγματικότητα είναι πια τόσο οδυνηρή στην ψυχολογία του και μαζί με το αίσθημα της μοναξιάς που αρχίζει να νιώθει τον κάνουν να καταρρεύσει.


Ο Onetti πραγματεύεται μέσω της ιστορίας του την αποτυχία του ανθρώπινου επιχειρήματος. Την ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργήσει μέσα στο μυαλό του μια εικονική κατάσταση ώστε να καταφέρει να επιβιώσει κάνοντας κάτι, παρόλο που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι πρόκειται για μια αυταπάτη και η αποτυχία είναι δεδομένη. Δημιουργεί λοιπόν μέσα στις σελίδες του την αντίθεση ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Σε όλα αυτά συνεισφέρει πολύ και το μουντό κλίμα του όλου βιβλίου, μια εικόνα παρακμάζουσα από όποια πλευρά κι αν τη δεις. Δεν ξέρω αν η έλλειψη διάθεσης για διάβασμα τον τελευταίο καιρό επηρέασε την κρίση μου πάνω στο βιβλίο. Προσωπικά όταν διαβάζω θέλω το μυαλό μου να είναι καθαρό χωρίς καμιά έννοια. Δεν ήμουν ακριβώς έτσι όταν το ξεκίνησα αλλά επειδή είχα πολλές μέρες να διαβάσω κάτι θεώρησα πως μπορώ να το κάνω. Για να είμαι ειλικρινής δε μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Η αφήγηση είναι κυρίως στο τρίτο πρόσωπο και δεν θα έλεγα πως έχει κάποια δυσκολία στην ανάγνωση του. Άλλωστε είναι και σχετικά μικρό σε όγκο. Απλά η δομή του και ο τρόπος που εκτυλισσόταν η πλοκή σύντομα μου προκάλεσε ένα είδος αδιαφορίας για τη συνέχεια και παρόλο που αναζητούσα το σημείο που θα εκτοξευθεί, δεν το βρήκα ποτέ ως το τέλος. Σε αρκετά σημεία έπιασα τον εαυτό μου να διαβάζει έτσι απλά για να περνάνε οι σελίδες χωρίς να βρίσκω κάτι να μου κινεί το ενδιαφέρον. Μπορεί να το αδικώ γιατί η διάθεση μου δεν είναι και στα καλύτερα της, αλλά μου φάνηκε μέτριο.